Τα επιπλα στο μπαρ

Ιδέες για επιπλα μέσα και έξω

Ο πρωινός ή­λιος στο δωμάτιο της πλήγωνε τα μάτια. Πότε πότε έριχνε νευρικές ματιές στο ρολόι της επάνω στο κομοδίνο και δεν ήξερες αν ποθούσε να τρέ­ξουν γρηγορότερα ή να καθυστερήσουν οι λεπτοδείχτες του. Εκείνος τους έβλεπε να τρέχουν με την ταχύτητα του αεροπλάνου, ήθελε να σταματήσει το χρόνο, κάτι να κάνει, κάτι να πει, μα μια δύναμη αδράνειας τον εί­χε καταπιεί. Στεκόταν ακίνητος σε ωραίο κάθισμα.
Όσο πλησίαζε το αεροπλάνο στο αεροδρόμιο του Ελ­ληνικού, τόσο οι ζωές τους ξεμάκραιναν. Είκοσι λεπτά αργότερα, ενώ προχωρούσαν αμίλητοι στην αίθουσα α­φίξεων, τα χέρια τους σφίχτηκαν κι ύστερα γλίστρησαν και χώρισαν. Καθώς απομακρυνόταν και η μορφή της χανόταν μες στους βιαστικούς επιβάτες, γύρισε ελαφρά το κεφάλι, όπως τότε στην Μπρόντγουεϊ, και του ‘στεί­λε ένα συνεσταλμένο χαμόγελο, ανάμικτο με παράπονο και προσδοκία για το νέο κρεβάτι :http://www.sanfos.gr/krevatia-metalika .
ελαστικότητα και το άνετο σπίτι μου μεταμορφώνεται, σαν να ‘ταν από πλαστελίνη, σ’ εκείνο το φτωχό, άδειο φοιτητικό διαμέρισμα του ’70, όπως κάποιος τοπολόγος μπορεί να μετασχηματίσει ένα τετράγωνο σε κύκλο, τον κύκλο σε καναπέ, τον καναπέ σε κρεβάτι!

Ήθελε να της πει να περάσουμε μαζί μία  νύχτα στο πολύ ωραίο και άνετο κρεβάτι της, αλλά το στόμα του έμεινε σφαλιστό.
Θα ανέβω στην κρεβατοκάμαρα να φρεσκαριστώ λίγο, ίσως αργότερα κατέβω για δείπνο στο δρύινο τραπέζι, διέκοψε εκείνη την αμηχανία τους κι αυτός στο βλέμμα της μπορούσε να διακρίνει αβέ­βαιες τις προσδοκίες της.
Πάμε για θαλασσινά στα άνετα τραπέζια στο Μικρολίμανο, νόμιζε ότι το είπε, μα το άκουσε μόνο ο ίδιος, το ‘χε διαβάσει μάλ­λον κι αυτό σε μυθιστόρημα, ξαπλωμένος στο τέλειο γωνιακό καναπέ Sanfos
Στο ασανσέρ, μες στη σιωπή, ο ένας μετρούσε τις ανάσες του άλλου. Κοίταζαν μπροστά, δεν έριχναν μήτε μια λοξή ματιά μεταξύ τους μέσα από τους μεγάλους καθρέφτες, κάτι περίμενε ο ένας απ’ τον άλλο, όμως κανείς δεν έπαιρνε πρωτοβουλία. Όταν έφτασαν στο δέ­κατο, μόλις εκείνη γύρισε να τον καληνυχτίσει, προ­σπάθησε να της φωνάξει πάμε σε κάτι κλασικό, για δείπνο στο Ριτζ ή σε ένα θέατρο, αλλά απόμεινε με το στό­μα ανοιχτό καθώς έκλειναν οι πτυσσόμενες πόρτες.
Περπατούσε στον αυτοκρατορικό διάδρομο πέρασε μπροστά από ένα πολύ ωραίο έπιπλο εισόδου, τρεις ο­ρόφους πιο πάνω, και ψιθύριζε υπερήφανος για την αυ­τοπειθαρχία του στο πολύ άνετο καναπέ του.

Ένας μεγάλος μπουφές, που ‘χε τις πόρτες του σκαλιστές στον ώμο, ήταν εκεί: Ρε σεις, να τους βάλουμε τερματοφύλακες. Έτσι με τα κράνη θα ‘ναι τεθωρακι­σμένοι, κι όλοι τους διπλώθηκαν στα γέλια. Βάζαμε τα γάντια ασφαλείας για να μην αφήσουμε αποτυπώ­ματα, επιδεικτικά εκεί, μπροστά στα μάτια τους, όταν πλησίασε ένας απ’ αυτούς και μας είπε εμπιστευτικά: Ρε σειρά, και γω ηλεκτρολόγος είμαι! Τι έπαθε το δίκτυο; Θέλετε καμιά βοήθεια; Μ’ έπιασε σύγκρυο. Όμως ο Πρώτος του πέταξε έναν ακαταλαβίστικο ό­ρο για τους μετασχηματιστές υψηλής τάσης και τον καράφλιασε. Οι άλλοι το πήραν μυρωδιά και του ‘καναν καζούρα: Ρε το μάστορα, άσχετος είναι και μας το παίζει ξυλουργός! Ασε που το έπιπλο είναι σε πολύ καλή κατάσταση.
Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στο γιγάντιο πυλώνα, κι εγώ απ’ τη μέση και πάνω ένιωθα να γυρίζει η γη με ταχύτητα γύρω απ’ τον άξονα μου, ζαλιζόμουν, η σκοτοδίνη με παρέλυε, η καρδιά μου φτερούγιζε σαν ένα σμάρι τρυγόνια, μα δάγκωνα τη γλώσσα και προχω­ρούσα με κλειστά μάτια.

Του φώναξε κι είναι αλήθεια πως δεν έμαθα ούτε τότε ούτε ποτέ. Ούτως ή άλλως το ζητούμενο είναι οι σωστοί και γεροί καναπέδες.
Μπορεί να ‘ναι κι ασφαλέστερο να το κάνουμε ά­νετα μπροστά στους χαφιέδες, πέταξα.
Σίγουρα, σίγουρα… Θα το δείτε, βρυχήθηκε κα­θώς γύριζε να με κοιτάξει με ενθουσιασμό κι ευγνωμο­σύνη, κι από τότε δεν ξανάδα τέτοια λάμψη δαιμονική σ’ ανθρώπινο βλέμμα. Θα το πάρουμε απόφαση τα έπιπλα είναι τα καλύτερα.
Αφήσαμε δεξιά μας το μαντρότοιχο με το συρματό­πλεγμα και την πύλη του εργοστασίου στο Διόνυσο, οι
φρουροί στους πυργίσκους μας κοίταξαν αδιάφορα, πή­ραμε αριστερά έναν αγροτικό δρομάκο, ακούγαμε κιό­λας τα ουρλιαχτά και τα χάχανά τους και σ’ ένα λεπτό τους αντικρίσαμε να παίζουν, γυμνοί οι περισσότεροι α­πό τη μέση και πάνω, στο ξέφωτο που το ‘χαν μετα­τρέψει σε γηπεδάκι. Μόλις μας είδαν να ξεπεζεύουμε, ξεκαρδίστηκαν στα γέλια μάλλον με συμπάθεια, η ευ­θυμία τους έγινε υστερική, κάποιος μας πέταξε μια ψη-λοκαμπανιστή μπαλιά, εγώ τινάχτηκα κι έριξα μια κε­φαλιά ψαράκι φορώντας το κράνος στο κεφάλι κι αυτοί χειροκροτούσαν και φώναζαν: Δομάζος έπιπλα και διάφορα άλλα τέτοια.

Έβγαλα την καρέκλα λαχανιασμέ­νος στο μικρό κήπο. Έσκυψα από πάνω. Ήταν τυχερός που βρισκόταν ξαπλωμένος. Απέφυγε όντας χαμηλά στο δάπεδο τα πυκνά  αέρια του δωματίου. Όμως το αλκουρόνιο; Θα έπρεπε να είχε ήδη ξεβάψει. Ή στην καλύτερη περίπτωση να βρίσκεται κοντά στο τέλος. Τι θα μπορούσα να κάνω; Τα χρώματα είχαν αρχίσει να επεκτείνονται και στο υπόλοιπο κτίριο, γεγονός που προσέλκυσε τα βλέμματα των γειτόνων. Κάποιες φωνές άρ­χισαν να ακούγονται από γειτονικές αυλές. Σε λίγο ο χώρος θα γέ­μιζε τρομαγμένους και περίεργους και δε θα αργούσαν να ακου­στούν οι σειρήνες της οροφής. Κοίταξα γύρω μου με α­πελπισία. Όλη μου η έπαρση είχε γίνει στάχτη ανάμεσα στις στά­χτες των βιβλίων. Ένιωθα σαν το παγιδευμένο θηρίο που σφίγγουν γύρω του τον κλοιό. Όμως δεν μπορούσα να φύγω. Ο καναπες έ­πρεπε να σωθεί, ακόμα κι αν πέθαινα εγώ.
Και τότε ένιωσα το χέρι του. Έσφιξε τον καναπέ. Μου έ­σφιξε το δικό μου βρόμικο τραπέζι

Φέρ­νω στο μυαλό μου ακόμα και τώρα αυτή την πολυθρόνα. Δε μου έκανε εντύπωση το φθαρμένο ύφασμα της πλάτης του ούτε οι λεκέδες της. Αυτό που με αηδίασα ήταν τα χοντρά μπράτσα του καναπέ μου, που ανεβοκατέβαιναν πάνω της αλύπητα. Η σκληρή έκφραση του προφίλ του. Η εικόνα του κυρίαρχου ζώου που πετούσε φλό­γες. Νομίζω ότι τον μίσησα τότε. Και μαζί την αντικειμενική μου φύ­ση. Αυτό που δε μίσησα ποτέ ήταν τα χρήματα του.
»Λίγο καιρό αργότερα η καρέκλα μου με πήρε κρυφά και ήρ­θαμε στην Ελλάδα. Δεν ξέρω γιατί διάλεξε αυτόν τον τόπο, ίσως γιατί ήταν ο πρώτος που της πέρασε απ’ το μυαλό. Ο χώρος μετατράπηκε σε επιχείρηση επίπλων sanfos  . Της υποσχέθηκε να την αφήσει ήσυχη και να της εξα­σφαλίσει μια άνετη διαβίωση, με έναν όρο: να μοιράζονται το σπίτι τους, με εμένα. Η κακόμοιρη η κουρτίνα μου, η μεγάλη , δεν είχε άλλη αντοχή. Ζάρωσε. Έτσι μεγάλωναν παράλληλα τα σχέδια και τα Ελληνικά και τα Ιταλικά.

Η πόρτα ξα­νάνοιξε και τώρα πίσω από  τα επιπλα μπανιου στεκόταν ένας νεαρός ά­ντρας λίγο μετά την εφηβεία. Σήκωσε τις παλάμες του ψηλά και άρχισε να μιλάει στα αγγλικά. Ζήτησε συγγνώμη και προσπάθησε να εξηγήσει ότι το μόνο που ήθελε ήταν να μάθει ποιος διέμενε στο διπλανό διαμέρισμα με τους ωραίους καναπεδες. Ο νεαρός τον εξέτασε κα­χύποπτα απ’ την κορφή ως τα νύχια. Παραμέρισε την τρομαγμένη γυναίκα και του μίλησε στα αγγλικά. Αυτό ήταν μια ανακούφιση για τον Έλληνα. Απάντησε στις εξεταστικές ερωτήσεις του νέου. Περιέγραψε  και ρώτησε αν την είχαν δει. Ο νεαρός συμβουλεύτηκε κάνα δυο φορές τη γυναίκα, που ήταν πιθανότα­τα μητέρα του. Οι απαντήσεις που πήρε  ήταν αποκα­λυπτικές. Πράγματι έμενε κάποτε εκεί μια γυναίκα με το όνομα. Όμως είχε πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια σε βαθιά γεράματα. Το διαμέρισμα δεν είχε ένοικο από τότε. Κανείς τους δεν είχε δει τα επιπλα τιμες και μια νέα και όμορφη γυναίκα με το σουλούπι της  να μπαινοβγαίνει εκεί. Ούτε κάποιον θηλυπρεπή νεαρό με κοντά μαλλιά.

Η φράση της έμεινε μισοτελειωμένη, δεν άργησε να καταλάβει τι ή­ταν εκείνο που την είχε παγώσει. Μπροστά στο σπίτι  με τις ξαπλωστρες ήταν ένα ασθενοφόρο και ένα περιπολικό.
«Ο μαθητής !» ψέλλισε .
«Ίσως όχι, πάμε να δούμε τα κρεβατια», είπε το κορίτσι, που είχε το ίδιο κακό προαίσθημα  αλλά δεν ήθελε να το παραδε­χτεί.
«Στάσου!» τη συγκράτησε. «Λες να είναι τυχαία το περιπολι­κό εκεί; Δε σκέφτεσαι ό,τι κι εγώ;»
«Λες να τον… Ω Θεέ μου! Τα επιπλα μπανιου έφτασαν λοιπόν κι-εδώ;»
«Από τα φαινόμενα, μάλλον ναι. Δε θέλω να το ρισκάρω Όχι τώρα. Δεν είναι ώρα για μπλεξίματα με την αστυνομία. Είμαι ξέ­νος και θα με περάσουν από κόσκινο. Η έρευνα για τα επιπλα θα πάει περίπα­το. Και οι πελάτες βρίσκονται ήδη εδώ. Πάμε στο σπίτι. Θα πάρουμε από κει τηλέφωνο και βλέπουμε για τα σαλονια».
Κατάλαβε ότι ο φίλος της είχε δίκιο και συγκατένευσε.
Όταν έφτασαν στο σπίτι ανέλαβε η ίδια να πάρει τηλέφω­νο. Το άφησε να χτυπήσει πολλές φορές, αλλά μάταια.

Τα επιπλα κορινθος της πλήρωσαν τη νευρική υπερδιέγερση της πρώτης ώρας. Μετά κατέβηκε στο φουαγιέ του ξενοδοχείου και επισκέφτηκε το μπαρ για ένα χαλαρωτικό ποτό. Όμως η ησυχία του μπαρ εκείνη την προχωρη­μένη ώρα, αντί να την ηρεμήσει, την έκανε να αισθάνεται ακόμα πιο άβολα. Στο τέλος δεν κρατήθηκε. Παρά τη συμφωνία τους, κά­λεσε τον αριθμό του κινητού του. Όταν το τηλέφωνο έκλεισε χω­ρίς απάντηση, ένιωσε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της. Αυτός ο άντρας δεν ήταν γι’ αυτή μια προσωρινή περιπέτεια. Ήταν ερωτευμένη μαζί του και δε χωρούσε στο όμορφο κεφάλι της η ιδέα ότι μπορεί να πάθαινε το παραμικρό. Κάκιζε τον εαυτό της. Δεν έπρεπε να του επιτρέψει να προβεί σε μια τόσο απονε­νοημένη πράξη. Τουλάχιστον έπρεπε να τον συνοδέψει στις ξαπλωστρες. Ίσως ο ρόλος της σε όλη αυτή την ιστορία θα έπρεπε να γίνει πιο ενερ­γητικός. Δεν ήταν θρήσκα, μα έπιασε τον εαυτό της να πλέκει τα δάχτυλα και να προσπαθεί να προσευχηθεί.

Εμείς δεν θα είμαστε για πάντα παρόντες. Πρέπει σήμερα να λάβουμε ρηξικέλευ­θες αποφάσεις για τη μοίρα των επιπλων αυτών. Είναι το χρέος μας προς την ιστορία τους και προς την ανθρωπότητα να μετα­δώσουμε στις επερχόμενες γενιές  την αληθινή και σωστή πολιτική για τους καναπεδες. Είμαι έτοιμος ν’ ακούσω τις προτάσεις σας.
Οι παρόντες έμειναν για κάμποση ώρα σιωπηλοί. Μετά άρχι­σαν να σηκώνουν τα χέρια ζητώντας το λόγο. Οι πιο θερμόαιμοι, ως ε­πί το πλείστον νεαρής ηλικίας, πρότειναν ευφάνταστες αλλά ανεφάρμοστες προτάσεις.
Τρία τέταρτα μετά βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα «Καλώς τον. Νομίζω ότι ήρθες την κατάλληλη ώρα. Περάστε στο σαλόνι. Έχω κάτι να σας ανακοινώσω. Δεν κάθομαι, όπως θα διαπιστώσετε, με σταυρωμένα τα χέρια», είπε  κα­θώς παραμέριζε για να περάσουν.
«Έχω κι εγώ να κάνω κάποιες ανακοινώσεις», είπε και αυτός. «Ξεκινήστε όμως εσείς».
«Ωραία λοιπόν. Ξετρύπωσα όσα περισσότερα στοιχεία μπο­ρούσα. Νομίζω ότι κάτι βγήκε σχετικά με τα επιπλα μπανιου και θα ‘θελα να το συζητήσουμε. Βρήκα άλλον έναν πύργο που είχε χρησιμέψει τα χρόνια εκείνα ως αποθήκη.